Στιβ ΜακΚουίν, ο «Βασιλιάς του cool»

Γρηγόρης Μυστιλιάδης

«Η ζωή μου είναι δική μου, και δεν θα λογοδοτήσω σε κανέναν»

Σε έναν κόσμο που έχει πάντα ανάγκη από πρότυπα, καμιά εποχή δεν είχε έλλειψη από σταρ. Είτε πρόκειται για καλλιτέχνες, αθλητές, πολιτικούς ή ακτιβιστές, οι κοινωνίες μας ήταν πάντοτε γεμάτες από ανθρώπους που ξέκλεβαν πολύ περισσότερο από τα «15 λεπτά δημοσιότητας» που αντιστοιχούν στον καθένα μας. Ωστόσο, κάθε γενιά έχει ορισμένες προσωπικότητες που κατόρθωσαν, για διαφορετικούς ο καθένας λόγους, να εξυψώσουν το μύθο τους ακόμα ψηλότερα. Να γίνουν πραγματικά είδωλα, σε βαθμό και τρόπο που η συμπεριφορά τους, το στυλ και η κοσμοθεωρία τους να είναι σημείο αναφοράς για τους θαυμαστές τους ακόμα και δεκαετίες αργότερα. Η Μέριλιν Μονρό, ο Μάρλον Μπράντο, ο Μοχάμεντ Άλι. Και για μια ολόκληρη εποχή και έναν επ’ ουδενί ξεπερασμένο τρόπο ζωής και αντίληψης των πραγμάτων, ο Στιβ ΜακΚουίν.

stevemcqueen

Τα πρώτα χρόνια

Ο Τέρενς Στίβεν ΜακΚουίν γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1930 στην Ιντιάνα των Η.Π.Α. Η παιδική του ηλικία δεν ήταν και η ευκολότερη, αφού ο πατέρας του εγκατέλειψε τη μητέρα του πριν ακόμα ο Στιβ γεννηθεί, ενώ και εκείνη, αδυνατώντας να παρέχει τα απαραίτητα στο παιδί της, έδωσε τον μικρό στους γονείς της. Λόγω όμως της οικονομικής ύφεσης που ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα, εκείνοι πήραν τον μικρό και μετακόμισαν στη φάρμα του αδελφού της γιαγιάς του, Κλοντ. Αυτός ήταν και η σημαντικότερη ανδρική φιγούρα στην παιδική ηλικία του ΜακΚουίν, εκείνος που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του: «Ήταν ένας δυνατός, καλός και δίκαιος άνδρας. Έμαθα πολλά δίπλα του». Όταν ο Στιβ ήταν τεσσάρων ετών, ο Κλοντ του χάρισε ένα κόκκινο τρίκυκλο, που ο ΜακΚουίν αργότερα δήλωσε πως ήταν αυτό που άναψε μέσα του τη φλόγα για τα αυτοκίνητα και τους αγώνες.

Στην ηλικία των 8, η μητέρα του τον πήρε πίσω. Έζησε μαζί της και με τον νέο της σύζυγο, με τον οποίο ωστόσο είχαν προστριβές από το ξεκίνημα, που δεν άργησαν να γίνουν βίαιες. Την κατάσταση δεν βοήθησαν και οι μαθητικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, καθώς ήταν δυσλεκτικός. Τελικά έφυγε από το σπίτι στα 16. Στα 17 κατατάχτηκε στον στρατό και συγκεκριμένα στους πεζοναύτες, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεψε ποτέ να προαχθεί στην ιεραρχία, όμως κατάφερε να σώσει 5 άλλους πεζοναύτες τραβώντας τους από ένα τανκ, καθώς εκείνο βυθιζόταν στη θάλασσα της Αρκτικής.

Ο μεγαλύτερος σταρ της γενιάς του

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ξεκίνησε την καριέρα του στην υποκριτική, κυρίως μέσα από την τηλεόραση, όπου έγινε γνωστός από τη σειρά γουέστερν «Tales of Wells Fargo», ενώ έψαχνε τη μεγάλη του ευκαιρία για πέρασμα στον Κινηματογράφο. Τελικά, η εκτόξευσή του ήρθε το 1959, όταν έπαιξε στην ταινία «Never So Few», στο πλευρό του Φρανκ Σινάτρα. Ο ΜακΚουίν ήταν ιδανικός για να ερμηνεύει λιγομίλητους, σκληρούς και μυστηριώδεις χαρακτήρες, ενώ η ομολογουμένως εντυπωσιακή του εμφάνιση δεν άργησε να τον μετατρέψει σε καυτό όνομα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Οι μεγάλες επιτυχίες δεν άργησαν να ακολουθήσουν, αφού τη δεκαετία του ’60 εξελίχτηκε στον πιο ακριβοπληρωμένο ηθοποιό της εποχής και σε έναν τεράστιο σταρ που το κοινό λάτρευε: «The Magnificent Seven», «The Cincinnati Kid», «The Thomas Crown Affair», «Bullitt», «Getaway», «Papillon», «The Towering Inferno», «Le Mans», ορισμένες μόνο από τις τεράστιες επιτυχίες της κινηματογραφικής του καριέρας.

Εραστής της ταχύτητας

Ο ΜακΚουίν ήταν πραγματικά λάτρης της ταχύτητας και εθισμένος στην αδρεναλίνη. Λάτρευε να τρέχει τόσο με αυτοκίνητα όσο και με μηχανές σε αγώνες, ενώ και στις ταινίες του γύριζε ο ίδιος τις περισσότερες από τις επικίνδυνες σκηνές που περιλάμβαναν οδήγηση, χωρίς να δέχεται να χρησιμοποιηθεί κασκαντέρ. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια της καριέρας του, όταν πλέον βρισκόταν και σε μια δύσκολη φάση ψυχικά και είχε αποσυρθεί από τις ταινίες για τέσσερα χρόνια, πήγε να δουλέψει ως κασκαντέρ σε μια ταινία με μηχανές, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Εμφανίστηκε αμίλητος, υπέρβαρος και αξύριστος, έτσι που δεν τον αναγνώρισε κανείς, μέχρι που πήγε στον παραγωγό να πληρωθεί. Εκείνος, μόλις τον είδε, τον αναγνώρισε και πάγωσε: ο μεγαλύτερος σταρ της εποχής, είχε μόλις κάνει ένα «πέρασμα» από την ταινία του (ακόμα κι αν δεν φαινόταν το πρόσωπό του, αφού φορούσε κράνος) για το αστρονομικό ποσό των… 120 δολαρίων!

Χαρακτηριστικότερη στιγμή της σύγκλισης των δύο μεγάλων παθών του ΜακΚουίν, του Κινηματογράφου και της ταχύτητας, δεν μπορεί παρά να είναι η ταινία «Le Mans» (1971). Σε μεγάλο βαθμό, η ταινία έχει την αύρα ενός ντοκιμαντέρ, καθώς επί της ουσίας ο ΜακΚουίν υποδύεται έναν χαρακτήρα με τον οποίο μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία, τόσο στην προσωπικότητα όσο και τα βιώματα. Κεντρικό στοιχείο της πλοκής είναι ο σκληρός αγώνας του Le Mans: 24 ώρες, 2 οδηγοί, μια αδυσώπητη κόντρα. Ο ΜακΚουίν, μέσα στην Gulf Team Porsche 917, είναι στο στοιχείο του, πιο άνετος από κάθε φορά.

Θεωρούσε τον εαυτό του επαγγελματία οδηγό αγώνων. Συμμετείχε και κέρδισε αρκετούς, τόσο αυτοκινήτων όσο και μοτοσυκλετών, αν και δεν έλειψαν οι τραυματισμοί και οι αποτυχίες. Είχε μάλιστα στην κατοχή του και ορισμένα εκπληκτικά (και πανάκριβα) αυτοκίνητα: (Porsche 917, Porsche 908, Ferrari 512, 1963 Ferrari 250 Lusso BerlinettaJaguar D-Type XKSS, Porsche 356 Speedster, 1962 Cobra, Ford GT40). Η αγάπη του αυτή για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό κράτησε σχεδόν όσο ολόκληρη η ζωή του, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι όταν τον φέρνουμε στο μυαλό μας, ακόμα και σήμερα, η εικόνα που έρχεται πρώτη τον θέλει να φορά μια φόρμα πιλότου σε μια πίστα, περιτριγυρισμένος από μηχανικούς, οδηγούς, θαυμαστές και φωτογράφους.

«Ο Βασιλιάς του cool»

Πέρα από τη δεδομένα εντυπωσιακή εξωτερική του εμφάνιση, ο ΜακΚουίν κατάφερνε πάντα να μεταφέρει την επαναστατική και ασυμβίβαστη προσωπικότητά του και στο ντύσιμό του. Ακόμα και σήμερα, 35 χρόνια μετά το θάνατό του, θεωρείται ένα διαχρονικό σύμβολο του στυλ, της αρρενωπότητας και της κομψότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εκδηλώσεις θαυμασμού και λατρείας για τον ίδιο και τα αντικείμενα που κατείχε ήταν πάντα ακραίες και φτάνουν μέχρι την εποχή μας: το 2012, σε μια δημοπρασία, το θρυλικό ρολόι Tag Heuer που φορούσε στο Le Mans πουλήθηκε έναντι 651.000 δολαρίων.

Στην καθιέρωσή του στις συνειδήσεις των ανθρώπων συνέβαλε ασφαλώς και ο τρόπος ζωής του, καθώς και η συμπεριφορά του. Περιστοιχιζόταν πάντοτε από ωραίες γυναίκες, παντρεύτηκε τρεις φορές, ήταν μανιώδης καπνιστής, με καταχρήσεις κάθε είδους, δεν δίσταζε ποτέ να πει τη γνώμη του μπροστά στην κάμερα τόσο για σοβαρά ζητήματα όσο και για άλλους σταρ και, σε γενικές γραμμές, ήταν αυτό ακριβώς που θέλουν οι άνθρωποι από έναν σταρ αυτού του μεγέθους: έδειχνε να μην δίνει δεκάρα για τη γνώμη οποιουδήποτε. Έκανε αυτό που ήθελε, ήταν με αυτούς που ήθελε, έλεγε αυτό που ήθελε. Όσο κι αν, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να εγκρίνουμε όλοι μια τέτοια συμπεριφορά, ο καθένας μας έχει σκεφτεί και επιθυμήσει, έστω και στιγμιαία, τη δυνατότητα μιας τέτοιας, απόλυτης ελευθερίας.

Η κληρονομιά

Ο Στιβ ΜακΚουίν έφυγε από τη ζωή στις 7 Νοεμβρίου του 1980, σε ένα νοσοκομείο στο Μεξικό. Χτυπημένος από τον καρκίνο, πήγε στο Μεξικό για να δοκιμάσει θεραπείες που ήταν απαγορευμένες στα νοσοκομεία των Η.Π.Α. Μια μόλις μέρα νωρίτερα είχε υποβληθεί σε επιτυχημένη επέμβαση, όμως το ήδη καταπονημένο σώμα του δεν άντεξε. Ήταν μόλις 50 χρονών.

Έχοντας ζήσει μια αξιοζήλευτη, ασφυκτικά γεμάτη αν και σύντομη ζωή, ο Στιβ ΜακΚουίν έμεινε χαραγμένος στη μνήμη της γενιάς του και ο μύθος του πέρασε και στις επόμενες. Ευθύς, αρρενωπός, τραχύς, οξύθυμος και ασυμβίβαστος, κατόρθωσε να γίνει ο μεγαλύτερος σταρ μιας εποχής ταραγμένης για τις Η.Π.Α., με τον πόλεμο του Βιετνάμ στο φόντο και τις κοινωνικές συγκρούσεις και αναταράξεις καθημερινά σε πρώτο πλάνο. Στην ουσία του, ο ΜακΚουίν είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο στις συνειδήσεις του κόσμου γιατί οι θαυμαστές του μπορούσαν να ταυτιστούν μαζί του σε υπερθετικό βαθμό. Ήταν ένας από αυτούς: ένας τύπος με δύσκολα παιδικά χρόνια, ουκ ολίγα προβλήματα συμπεριφοράς, πάθος για τις γυναίκες, τις μηχανές και τα αυτοκίνητα και χαρακτήρα αψύ και αυθεντικό, χιλιόμετρα μακριά από τους άχρωμους, «πολιτικά ορθούς» σταρ των προηγούμενων γενιών. 35 χρόνια μετά το θάνατό του, η μορφή του κοσμεί ακόμα αφίσες, οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να του αφιερώνουν κείμενα και οι άνθρωποι να – προσπαθούν να – αντιγράφουν το απαράμιλλο στυλ του. Ο Στιβ ΜακΚουίν έφυγε νωρίς, το 1980, όμως η κληρονομιά του είναι ακόμα εδώ.

STEVE-McQUEEN (1)