Η μαγεία που αψηφά το σκοτάδι

Γρηγόρης Μυστιλιάδης

Γεννημένος το 1971 στο Ντέντον, μια μικρή πόλη του Τέξας, ο Τζον Μπράμπλιτ ήταν ένα συνηθισμένο παιδί που έβρισκε καταφύγιο στη ζωγραφική. Όπως και άλλα παιδιά, μάλιστα, ταλαιπωρούνταν από επιληπτικές κρίσεις, οι οποίες είχαν επηρεάσει και επιβαρύνει, ως ένα βαθμό, την όρασή του. Ο κόσμος, όμως, όπως τον γνώριζε ο Τζον, θα άλλαζε διά παντός το 2001. Σε ηλικία 30 ετών, άλλαξε φαρμακευτική αγωγή, σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί από τις συνεχείς κρίσεις. Ο οργανισμός του, όμως, δεν αντέδρασε όπως περίμεναν οι γιατροί: οι κρίσεις αυξήθηκαν απότομα σε συχνότητα και ένταση, και το αποτέλεσμα ήταν ο Τζον να χάσει οριστικά την όρασή του.

Σε μια τόσο δύσκολη στιγμή, τόσο δύσκολη που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα μπορούσαμε καν να διανοηθούμε, ο Τζον βρήκε ξανά καταφύγιο στην τέχνη. Δεν ξεκίνησε, όμως, απλά να ζωγραφίζει. Δόθηκε απόλυτα στις εικόνες του μυαλού του, τόσο που το σκοτάδι δεν κατάφερε ποτέ πια να φυλακίσει την τέχνη του. «Όραμα, έστω και δίχως όραση», μαγεία βγαλμένη από το σκοτάδι. 14 χρόνια μετά, ο Τζον Μπράμπλιτ αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς ζωγράφους στην Αμερική, με τα έργα του να έχουν εκτεθεί σε περισσότερες από 30 χώρες, την ιστορία του να έχει γίνει ντοκιμαντέρ και αντικείμενο δεκάδων βίντεο στο διαδίκτυο και την πρωτοβουλία του να οργανώσει δωρεάν εργαστήρια, στα οποία φέρνει κοντά στη ζωγραφική ανθρώπους και γειτονιές που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν για τέτοια μαθήματα, να του έχει αποφέρει τρεις συνεχόμενες χρονιές το Προεδρικό Βραβείο Εθελοντισμού (2005 – 2007).

Πολλές από τις εικόνες που αποτυπώνει στον καμβά, δεν τις έχει δει ποτέ. Τα περισσότερα πρόσωπα, τα φέρνει στο μυαλό του ψηλαφίζοντάς τα. Έτσι δημιουργεί εικόνες, που κρατά στο μυαλό και τα δάχτυλά του. Ο Μπράμπλιτ χρησιμοποιεί μια ειδική μπογιά που μπορεί να νιώσει διά της αφής, με την οποία σχεδιάζει τα έργα του, πριν τα γεμίσει με χρώμα. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί, δε, έχει μάθει να τα αναμειγνύει μόνος του, και να πετυχαίνει την κατάλληλη απόχρωση, την κατάλληλη υφή, μέσα από προσπάθεια και ενασχόληση μιας δεκαετίας. Και το να πει κανείς ότι τα καταφέρνει καλά, είναι μάλλον λίγο.

«Όταν έχασα την όρασή μου άρχισα να βρίσκω νέους τρόπους να χρησιμοποιώ τις άλλες μου αισθήσεις για να φέρω εις πέρας πράγματα και εργασίες για τις οποίες χρησιμοποιούσα τα μάτια μου», λέει ο ίδιος. «Ξεκίνησα να ζωγραφίζω γιατί είχα ανάγκη να συνδεθώ ξανά με τους ανθρώπους γύρω μου. Να τους θυμίσω ότι παρά το ότι είμαι επιληπτικός, παρά το ότι είμαι τυφλός, είμαι ακόμα εγώ και είμαι εδώ. Η αναγνώριση της οποίας τυγχάνω μέσω των έργων και των εργαστηρίων μου με έχει φέρει κοντά σε πολλούς και πανέμορφους ανθρώπους, από όλον τον κόσμο. Και είναι αυτή η επαφή που με γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον».

Η πραγματική ουσία της τέχνης του, όμως, και αυτό που την καθιστά ασύγκριτη, είναι το γεγονός ότι καλεί το κοινό, όπως ακριβώς κάνει και ο ίδιος, περισσότερο να «νιώσει» την εικόνα περισσότερο παρά να τη δει. «Όταν ακόμα μπορούσα να δω, δεν καταλάβαινα την ουσία των προσώπων, τίποτα πέρα από την εικόνα. Είναι όμως αυτή η ουσία που πρέπει να αντικατοπτρίζει πάνω απ’ όλα η τέχνη. Καταλαβαίνω τώρα», σχολιάζει ο Μπράμπλιτ.

Η θεματολογία του περιλαμβάνει τοπία, ζώα, ανθρώπους και μουσική. Η μουσική, επιμένει ο ίδιος, «είναι γεμάτη χρώματα». Το χρώμα, άλλωστε, είναι αυτό με το οποίο αρέσκεται να «παίζει» περισσότερο από το κάθε τι. Αυτό και η ενασχόλησή του με τα παιδιά, αφού αποφάσισε εδώ και χρόνια να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του προσπαθώντας να εμπνεύσει και άλλους.

 

Ασχολείται πάρα πολλές ώρες επικοινωνώντας με γονείς παιδιών με ειδικές ανάγκες, τους οποίους ενθαρρύνει να δείξουν στα παιδιά τους την υποστήριξη και την αγάπη που και ο ίδιος γνώρισε από τη δική του οικογένεια. Τίποτα, πιστεύει, δεν σου απαγορεύει να αναζητάς την ευτυχία. «Είμαι πια 44 ετών, και είμαι ακόμα επιληπτικός, και είμαι ακόμα τυφλός. Και ποτέ δεν ήμουν πιο ευτυχισμένος».