Vespa 400: Ένα διθέσιο γαλλικό κουπέ

Κωνσταντίνος Μιχαλέας

Φωτογραφίες: Laurent Briquet – www.ma-vespa-400.com

Όταν ακούμε το όνομα Vespa, θυμόμαστε αμέσως το γνωστό ιταλικό scooter της Piaggio με το χαρακτηριστικό του σχήμα, που τόσο έχει αγαπηθεί από πολλές γενιές οδηγών. Αλλά όταν λέμε Vespa 400, μιλάμε για το διθέσιο γαλλικό coupe, cabrio μικρο-αυτοκίνητο.

Το Vespa 400 κατασκευάστηκε στη Γαλλία από την ACMA (Atelier de Construction de motocycles d’automobiles) για λογαριασμό της Piaggio και κυκλοφόρησε από το 1957 έως το 1961. Το εργοστάσιο της ACMA είχε έδρα στο Fourchambault, μια μικρή πόλη κοντά στη Dijon που παρήγαγε κυρίως scooters και microcars από το 1951 μέχρι και τα τέλη του 1962, οπότε και έκλεισε, λόγω του έντονου ανταγωνισμού με  το Citroen 2CV, το Renault 4 και το Fiat 500.

Η παρουσίαση του οχήματος έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1967 στο Μονακό και είχε μεγάλη απήχηση καθώς ήταν καλεσμένοι τρεις θρύλοι της Formula 1: o Juan Manuel Fangio, o Jean Behra και ο Luis Chiron!

Αν και το αυτοκίνητο ήταν μικρό σε μέγεθος και διθέσιο, ήταν αρκετά άνετο για τον οδηγό και τον συνοδηγό. Ο χώρος ακριβώς πίσω από τις μπροστινές θέσεις ήταν αποθηκευτικός και χωρούσε μια βαλίτσα ή 2 μικρά παιδιά πάνω σε ειδικό κάθισμα. Αν ήθελε κάποιος ενήλικος να κάτσει πίσω, θα έπρεπε να βγάλει το μισό του σώμα ουσιαστικά απ’έξω από την καμπίνα, πράγμα καθόλου πρακτικό, για ευνόητους λόγους. Τα καθίσματα ήταν κατασκευασμένα από απλούς μεταλλικούς σωλήνες, οι οποίοι ήταν ντυμένοι με απλή ταπετσαρία και από μέσα είχαν ελαστικές σούστες για να απορροφούν τους κραδασμούς. Ανάμεσα στις θέσεις βρίσκονταν το χειρόφρενο, η μίζα και το τσοκ. 

Η γενικότερη κατασκευή και ο σχεδιασμός του Vespa 400 ήταν ιδιαίτερα μινιμαλιστικός με σκοπό την εξοικονόμηση χώρου καθώς το όχημα ήταν πολύ μικρό και κάθε εκατοστό μετρούσε. Συγκεκριμένα, οι πόρτες άνοιγαν ανάποδα ώστε ο επιβάτης να μπαίνει πιο εύκολα και ήταν επικαλυμμένες εσωτερικά με μια πολύ λεπτή στρώση πλαστικού. Το ταμπλό διέθετε μόνο κάποιες βασικές λυχνίες και το ταχύμετρο.  Και ασφαλώς γινόταν κάμπριο, αναδιπλώνοντας την οροφή. 

Το Vespa 400, έξυπνα σχεδιασμένο, απέσπασε πολλά θετικά σχόλια για το στιλ του αλλά και μηχανικά είχε πολλές ιδιαιτερότητες που το έκαναν να ξεχωρίζει. Η μηχανή ήταν τοποθετημένη στο πίσω μέρος του οχήματος αλλά μερικώς. Ο κινητήρας ήταν δίχρονος, δικύλινδρος, αερόψυκτος, είχε ισχύ 394 κυβικών και απέδιδε 14 hp. Το κιβώτιο ταχυτήτων είχε τρεις σχέσεις και όπισθεν (η έκδοση με το κιβώτιο των τεσσάρων ταχυτήτων κυκλοφόρησε εκτός ΗΠΑ), και η τελική ταχύτητα του οχήματος ήταν 85km/h για την οποία χρειαζόντουσαν περίπου 25 δευτερόλεπτα για να επιτευχθεί.

Ένα στοιχείο που το έκανε να διαφέρει από πολλά αυτοκίνητα, ακόμα και από σύγχρονα οχήματα, ήταν ο χώρος τοποθέτησης της μπαταρίας. Στο σημείο που συνήθως βρίσκεται το ψυγείο ενός αυτοκινήτου, είχε τοποθετηθεί το δοχείο της  μπαταρίας, που με μια απλή «συρταρωτή» κίνηση έβγαινε προς τα έξω. Αυτό το έκανε ίσως το πιο εύκολο αυτοκίνητο, όσον αφορά τη συντήρηση/αλλαγή μπαταρίας, στην ιστορία των οχημάτων.

Δεν είναι καθόλου περίεργο που το Vespa 400 δεν πέτυχε εμπορικά παρά τα πρωτοποριακά στοιχεία του. Αρχικά ήταν ένα microcar το οποίο βγήκε στην αγορά σε μια περίοδο που υπήρχαν πολλές αξιόλογες εναλλακτικές προτάσεις. «Κουβαλούσε» την τεχνοτροπία της ACMA που μέχρι τότε είχε εμπειρία μόνο σε κινητήρες scooter και τέλος δεν κέρδισε τους κριτικούς αφού μηχανικά είχε ατέλειες. Αυτές οι ατέλειες οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι η μηχανή του Vespa 400 ήταν ουσιαστικά μηχανή από scooter. Χρειαζόταν συχνή προσθήκη λαδιού, πράγμα που η εταιρεία αντικατέστησε σχεδόν τρία χρόνια μετά με ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα έγχυσης λαδιού στο καύσιμο. Επίσης, οι αλλαγές των ταχυτήτων θεωρήθηκαν παράξενες και δεν υπήρχε καλή μόνωση για τον θόρυβο του κινητήρα.

Το  Vespa 400, στα πέντε χρόνια που κυκλοφόρησε, κατάφερε να πουλήσει 28.000 μοντέλα αλλά δεν ήταν τόσο ανταγωνιστικό όσο άλλα αυτοκίνητα της ίδιας κατηγορίας  που προσέφεραν μεγαλύτερες ανέσεις και υπερτερούσαν αισθητά στο τομέα της ιπποδύναμης. Αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν ελάχιστα και κάποια από αυτά μπορούν να βρεθούν σε μουσεία αυτοκινήτων ανά τον κόσμο.