Η μαρμάρινη πλατεία στα χνάρια του χρόνου

Ελένη Λαζοπούλου 

Πολλοί είναι αυτοί που θυμούνται την πλατεία όπως ήταν παλιότερα, στις μεγάλες της δόξες. Με το πάντα μεγαλόπρεπο κτίριο του Διοικητηρίου να δεσπόζει και ακριβώς απέναντι το δίδυμο κομμάτι του, το υπέροχο θρυλικό μαρμάρινο πάρκο σε δυο επίπεδα, με πεύκα και μερικά κυπαρίσσια δεξιά και αριστερά στα χωμάτινα παράπλευρα μικρά παρκάκια.

Εμείς οι Διοικητηριώτες γέννημα θρέμα, θυμόμαστε τα «μάρμαρα» με νοσταλγία. Γιατί σήμερα δεν υπάρχουν πια και τη θέση τους πήραν τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης, σε έναν χώρο που ακόμη ελπίζει να αποκτήσει μια κάποια προτίμηση στην καρδιά των κατοίκων της περιοχής.

Δεν ήμουν όμως μόνον εγώ που έπαιξα, έφαγα σπόρια με τις φίλες μου στις γωνιές και ανεβοκατέβηκα τόσες φορές τα σκαλιά του πάρκου όταν γύριζα από το φροντιστήριο. Μα και καθώς περνούσαμε, από τη μεριά της Αγίου Δημητρίου, μαζί με τη γιαγιά μετά από το απογευματινό σινεμά στην Κασσάνδρου, ποτέ δεν παραλείπαμε με την αδελφή μου ένα γρήγορο τρεχαλητό στο πάνω μέρος του. Ήταν τότε που αισθανόσουν ένα δέος γι’ αυτήν την τόσο μεγάλη για τα μάτια μας μαρμάρινη έκταση που με τα πολλά μικρά κολονάκια γύρω γύρω κάτω από τις φαρδιές κουπαστές, το άγαλμα του πρίγκηπα Νικόλαου, τα δυο ανοίγματα σαν μπαλκονάκια, τις σκάλες και το πλατύσκαλο που ένωναν τα επίπεδα του πάρκου έμοιαζε με τα παλάτια των ρωμαϊκών χρόνων, βγαλμένα από τα έργα του σινεμά. Νιώθαμε αληθινές βασίλισσες και μεις έτσι πως τρέχαμε στο τόσο γνώριμο μέρος, δίπλα ακριβώς στο σπίτι μας.

Αλλά μας ήταν τόσο αγαπητό και από τις διηγήσεις των γονιών μας. Αναρίθμητες εικόνες εναλλάσσονταν από τα γέλια τους στα ξεφωνητά μας, από τις άπειρες κλωτσιές στην μπάλα τους και τις συναντήσεις της παρέας τους με τα ατέλειωτα «σχοινάκια» και τα «μήλα» τα δικά μας.  Και από κάτω, στο δεύτερο επίπεδο, από τη μεριά της Ολύμπου, της Βενιζέλου και της Ίωνος Δραγούμη, τα αγόρια να παίζουν πάντα μπάλα και να τρέχουν ασυγκράτητα πάνω κάτω στον ιερό, αποκλειστικά δικό τους χώρο. Εμείς τα κορίτσια ακούγαμε για τα περίφημα ματς της γειτονιάς και ξέραμε τα πιο επίσημα εκείνα της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΠΑΟΔ (Ποδοσφαιρικός Αθλητικός Όμιλος Διοικητηρίου), στην οποία έπαιξε ο θειος μας ο Ρούλης και ο καθηγητής των Αγγλικών μας, ο Διονύσης.  Και το ‘χαμε καμάρι που η γειτονιά μας είχε ένα τέτοιο αθλητικό σωματείο με ιστορία που ξεκινά από το 1926 αλλά και ότι στα μάρμαρα της δικής μας πλατείας, εκτός των άλλων, έπαιξε και ο θρύλος, ο Γιώργος ο Κούδας.

Τότε για το Διοικητήριο δεν ήξερα πολλά πράγματα. Αργότερα έμαθα πως κτίστηκε το 1891 με σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli, λίγο χαμηλότερα από κει που βρισκόταν παλιά το τούρκικο «κονάκι», το ανάκτορο του Τούρκου Διοικητή της πόλης. Εγώ το γνώρισα σαν Διοικητήριο που αργότερα ονομάστηκε Υπουργείο Βορείου Ελλάδος, νομίζω πως το 1987 πήρε την ονομασία Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης και σήμερα ανήκει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Όταν έβγαινα στο μπαλκόνι μου, το παρατηρητήριό μου, ακριβώς απέναντι ήταν το Σινασός, η πολυκατοικία που θύμιζε έντονα εποχή της δεκαετίας του ’30. Περιδιάβαινα με το βλέμμα μου την αρχή της  οδού Στρατηγού Δουμπιώτη με τις καταπράσινες ακακίες δεξιά και αριστερά του δρόμου και το γωνιακό ζαχαροπλαστείο με το παγωτό σερβιρισμένο με σπάτουλα, το μαγαζί με τα κάρβουνα και το πετρέλαιο θέρμανσης στην άλλη γωνία και ήξερα απέξω και ανακατωτά να περπατήσω με τη φαντασία μου τον κατηφορικό δρόμο της Διοικητηρίου προς την πλατεία Αντιγονιδών και προηγουμένως να σταθώ στη διασταύρωση με την Ολύμπου. Τη δική μας πλευρά δηλαδή, όπου υπήρχε ο Τάλλαρος με τον φούρνο του και η μανταρίστρια της μαμάς με τα πολύτιμα ψιλικά της και απέναντι ακριβώς το μεγάλο μανάβικο των δυο αδελφών και λίγο πιο πριν το περίπτερο.

Και μετά παρατηρούσα τον φαρδύ ευθύ δρόμο μπροστά μου, την Αγίου Δημητρίου, που συνέχιζε τη διαδρομή στενεύοντας κάπως αλλά πάντα ίσιος καρφί προς την ομώνυμη εκκλησία.  Από την άλλη πάλι προς τα δεξιά, αντίκρυζα το τεράστιο κτίριο με την αυλή και την μεγάλη εξωτερική πύλη, το Διοικητήριο και η ματιά μου γέμιζε απ’ αυτό καθώς και από τον απέραντο ουρανό.  Αισθανόμουν τότε τριγύρω μου τη γειτονιά γεμάτη από ζωή με διάφορα μαγαζάκια, το φαρμακείο, το τσαγκάρικο, το ανθοπωλείο, και από τη δική μας μεριά τα δυο ζαχαροπλαστεία και το μπακάλικο του Παντελή, τον κόσμο να πηγαινοέρχεται και τα αυτοκίνητα να βρυχώνται στην άπλα του δρόμου. Τότε ένιωθα να γίνομαι κι εγώ σπουδαία, ένα κομμάτι σε αυτό το παζλ που το κοσμούσε πάνω απ’ όλα το κτίριο-μεγαθήριο μπροστά μου μαζί με το αγαπημένο μαρμάρινο πάρκο, ένας δωρικός συνδυασμός σε μια πλατεία μοναδική στην πόλη μας.

Πολύβουος δρόμος, φαρδύς, η κεντρική αρτηρία της Αγίου Δημητρίου που μπροστά στο σπίτι μας ενωνόταν με τη Στρατηγού Δουμπιώτη και τη Διοικητηρίου, που αργότερα ονομάστηκε Καραολή και Δημητρίου. Τα καλοκαίρια, που είχαμε ανοιχτά τα παράθυρα με τη ζέστη, από νωρίς τα χαράματα ξεκινούσαν οι στριγγλιές από τις ρόδες, τα αγκομαχητά των φορτηγών και τα κορναρίσματα. Και να σκεφτεί κανείς πως ο παππούς μας όταν χτιζόταν η πολυκατοικία πήρε από επιλογή το δικό του διαμέρισμα στον δεύτερο για να χαζεύει με την αγαπημένη του την περατζάδα, χωρίς καθόλου να περάσει από το μυαλό του η μετέπειτα τρομαχτική αλλαγή με τα πολλά αυτοκίνητα και τα φορτηγά που περνούσαν διασχίζοντας την πλατεία.

Μνήμες πολλές όταν συγκεντρώνονταν από τέσσερις μεριές οι Επιτάφιοι της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Δημητρίου, των Δώδεκα Αποστόλων και του Προφήτη Ηλία ή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με τα κορναρίσματα και τα άπειρα γιορτινά φώτα στα τριγύρω διαμερίσματα, ή οι μέρες με τους επίσημους στο σημαιοστολισμένο Διοικητήριο αλλά ακόμη και τα open air πάρτυ στην απέναντι αριστερά μας γωνιακή πολυκατοικία, πάνω στην ταράτσα.  Αλλά και στιγμές αγωνίας όταν τα τανκς συγκεντρώθηκαν εκεί και ρίξαν τους προβολείς τους απειλητικά στο διαμέρισμά μας, το ’67, φωνάζοντας με τον τηλεβόα να κλειστούμε μέσα και να μη βγαίνουμε στα μπαλκόνια. Και πάντα εμείς όλοι οι κάτοικοι της πλατείας,  δεξιά αριστερά πίσω μπροστά, θιασώτες σε σκηνικά που έστηνε και ξέστηνε η ζωή καθημερινά.

Παρόλ’ αυτά και μόνον μια ματιά στην ανοιχτωσιά της μαρμάρινης πλατείας αρκούσε για να σου προσθέσει αυτοπεποίθηση. Πίστευες πως ανήκεις σε ένα σπουδαίο μέρος, σε ένα ασφαλές κομμάτι της πραγματικής πόλης, μέσα στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Είναι αλήθεια πως τη γειτονιά που μεγάλωσες δεν τη ξεχνάς όπου και ‘ναι. Αλλά σ’ ένα τέτοιο μέρος με ένα μαρμάρινο πάρκο που αγκάλιασε γενιές και γενιές απέναντι από το τόσο επιβλητικό, όσο και αν δεν ήταν πάντα άψογα διατηρημένο Διοικητήριο ε, είναι μια μεγάλη τύχη το να είσαι κομμάτι του κι εσύ.